paling
pa
ˈpeɪ
pei
ling
lɪng
ling
pavingparingpagingpaying

Ορισμός και σημασία του "paling"στα αγγλικά

01

παλούκι φράχτη, σανίδα περιφράγματος

a narrow wooden or metal fence picket or board used to create a barrier or enclosure 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
palings
Παραδείγματα
The carpenter replaced the damaged paling in the fence. 

Ο ξυλουργός αντικατέστησε το κατεστραμμένο ξύλο στο φράχτη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store