pale yellow
pale
ˈpeɪl
peil
ye
ye
llow
ləʊ
lew

Ορισμός και σημασία του "pale yellow"στα αγγλικά

01

χλωμό κίτρινο, ανοιχτό κίτρινο

a variable yellow tint; dull yellow, often diluted with white 
pale yellow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pale yellows
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store