Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pair
01
ζεύγος, δυάδα
a set of two matching items that are designed to be used together or regarded as one
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pairs
Παραδείγματα
She bought a new pair of earrings to match her evening gown.
Αγόρασε ένα νέο ζευγάρι σκουλαρίκια για να ταιριάζει με το βραδινό της φόρεμα.
02
ζεύγος
two items of the same kind
03
ζευγάρι, δυάδα
two people considered as a unit
04
ζευγάρι, ζεύγος
a poker hand with 2 cards of the same value
to pair
01
σχηματίζω ζευγάρι, ζευγαρώνω
form a pair or pairs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pair
γ΄ ενικό πρόσωπο
pairs
ενεστώτα μετοχή
pairing
απλός αόριστος
paired
παθητική μετοχή
paired
02
ζευγαρώνω, συνδυάζω
to connect or combine two objects, ideas, or people, often because they complement or work well together
Παραδείγματα
She decided to pair her red scarf with a black dress for contrast.
Αποφάσισε να συνδυάσει το κόκκινο της κασκόλ με ένα μαύρο φόρεμα για αντίθεση.
03
ζευγαρώνω, συνουσιάζομαι
engage in sexual intercourse
04
ζευγαρώνω, ταιριάζω
arrange in pairs
05
ζευγαρώνω, σχηματίζω ζευγάρι
occur in pairs



























