Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Paddymelon
01
pademelon, νάνος ουαλάμπι
small reddish-brown wallabies of scrubby areas of Australia and New Guinea
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
paddymelons
LanGeek



























