avarice
a
ˈæ
ā
va
rice
rɪs
ris

Ορισμός και σημασία του "avarice"στα αγγλικά

01

φιλαργυρία, απληστία

excessive desire for money and material goods 
avarice definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
His avarice drove him to exploit his workers for more profit. 

Η απληστία του τον οδήγησε να εκμεταλλευτεί τους εργαζομένους του για περισσότερο κέρδος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

avaricious
avarice
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store