Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Packet
01
πακέτο, σακούλα
a small bag typically made of paper, plastic, etc., that can contain various things, such as tea, sugar, or spices
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
packets
Παραδείγματα
She stored the remaining spices in a resealable packet.
Αποθήκευσε τα υπόλοιπα μπαχαρικά σε ένα επανασφραγιζόμενο πακέτο.
1.1
πακέτο, σακούλα
goods in a small bag that is typically made of paper, plastic, etc.
Παραδείγματα
The hotel provided a complimentary packet of toiletries for each guest.
Το ξενοδοχείο παρείχε ένα πακέτο τουαλετικών δωρεάν σε κάθε επισκέπτη.
02
ταχυδρομικό πλοίο, ταχυδρομικό σκάφος
a boat for carrying mail
03
πακέτο, μήνυμα
(computer science) a message or message fragment



























