ozone
o
ˈəʊ
εου
zone
zəʊn
ζεουν

Ορισμός και σημασία του "ozone"στα αγγλικά

01

όζον, στιβάδα του όζοντος

a type of gas present in the sky that protects the life on earth from the harmful rays of the sun 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ozones
Παραδείγματα
The ozone layer over Antarctica has been thinning due to pollution. 

Το στρώμα του όζοντος πάνω από την Ανταρκτική λεπταίνει λόγω της ρύπανσης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ozonize
ozone
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store