Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Auxiliary verb
01
βοηθητικό ρήμα
a verb that is used with other verbs to indicate tense, voice, etc., such as do, have, and be
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
auxiliary verbs
Παραδείγματα
The teacher explained that auxiliary verbs like 'have' and 'will' help to form different tenses and aspects.
Ο δάσκαλος εξήγησε ότι τα βοηθητικά ρήματα όπως το 'have' και το 'will' βοηθούν στο σχηματισμό διαφορετικών χρόνων και όψεων.



























