Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oxidation
01
οξείδωση, διαδικασία οξείδωσης
the process of oxidizing; the addition of oxygen to a compound with a loss of electrons; always occurs accompanied by reduction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
oxidation
oxidate
oxid



























