overcoat
o
ˈəʊ
εου
ver
βα
coat
kəʊt
κεουτ
overheat

Ορισμός και σημασία του "overcoat"στα αγγλικά

01

παλτό, μακρύ πανωφόρι

a long coat worn in cold weather to keep the body warm 
overcoat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
overcoats
02

επιπλέον προστατευτική επίστρωση, επίστρωση

an additional protective coating (as of paint or varnish) 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

overcoat
coat
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store