Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Overcoat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
overcoats
02
επιπλέον προστατευτική επίστρωση, επίστρωση
an additional protective coating (as of paint or varnish)
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
overcoat
coat



























