Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overboil
01
ξεχειλίζω, προκαλώ ξεχείλισμα
overflow or cause to overflow while boiling
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overboil
γ΄ ενικό πρόσωπο
overboils
ενεστώτα μετοχή
overboiling
απλός αόριστος
overboiled
παθητική μετοχή
overboiled
02
βράζω υπερβολικά, βράζω πολύ
boil excessively
Λεξικό Δέντρο
overboil
boil



























