to overboil
o
ˌəʊ
ew
ver
boil
ˈbɔɪl
boyl
embroilundersoildespoilrecoil

Ορισμός και σημασία του "overboil"στα αγγλικά

to overboil
01

ξεχειλίζω, προκαλώ ξεχείλισμα

overflow or cause to overflow while boiling 
to overboil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overboil
γ΄ ενικό πρόσωπο
overboils
ενεστώτα μετοχή
overboiling
απλός αόριστος
overboiled
παθητική μετοχή
overboiled
02

βράζω υπερβολικά, βράζω πολύ

boil excessively 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store