to outplay
out
aʊt
αουτ
play
ˈpleɪ
πλει
outlay

Ορισμός και σημασία του "outplay"στα αγγλικά

to outplay
01

ξεπεράσω, υπερτερώ

to perform at a higher level than someone else in a competitive activity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outplay
γ΄ ενικό πρόσωπο
outplays
ενεστώτα μετοχή
outplaying
απλός αόριστος
outplayed
παθητική μετοχή
outplayed
Παραδείγματα
She managed to outplay her opponent in the final match. 

Κατάφερε να ξεπεράσει τον αντίπαλό της στον τελικό αγώνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

outplay

out

+

play

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store