Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Outcry
01
κραυγή, διαμαρτυρία
a loud, sustained noise or shout of disapproval, protest, or outrage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
outcries
Παραδείγματα
Social media amplified the outcry against the unfair treatment of workers.
Τα κοινωνικά δίκτυα ενίσχυσαν τη διαμαρτυρία κατά της άδικης μεταχείρισης των εργαζομένων.
02
κραυγή διαμαρτυρίας, αγανάκτηση
a strong expression of public disapproval or anger, often in response to a particular event or issue
to outcry
01
φωνάζω, κραυγάζω
utter aloud; often with surprise, horror, or joy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outcry
γ΄ ενικό πρόσωπο
outcries
ενεστώτα μετοχή
outcrying
απλός αόριστος
outcried
παθητική μετοχή
outcried
02
φωνάζω πιο δυνατά από, ουρλιάζω πιο δυνατά από
shout louder than
Λεξικό Δέντρο
outcry
out
cry



























