Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outclass
01
υπερτερώ, ξεπεράσω
to surpass or exceed others in a particular activity, skill, or performance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outclass
γ΄ ενικό πρόσωπο
outclasses
ενεστώτα μετοχή
outclassing
απλός αόριστος
outclassed
παθητική μετοχή
outclassed
Παραδείγματα
The skilled pianist never fails to outclass other musicians during solo performances.
Ο επιδέξιος πιανίστας δεν αποτυγχάνει ποτέ να ξεπεράσει άλλους μουσικούς κατά τις σόλο παραστάσεις.
Λεξικό Δέντρο
outclassed
outclass
out
class



























