to outclass
out
aʊt
awt
class
ˈklɑ:s
klaas

Ορισμός και σημασία του "outclass"στα αγγλικά

to outclass
01

υπερτερώ, ξεπεράσω

to surpass or exceed others in a particular activity, skill, or performance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outclass
γ΄ ενικό πρόσωπο
outclasses
ενεστώτα μετοχή
outclassing
απλός αόριστος
outclassed
παθητική μετοχή
outclassed
Παραδείγματα
The skilled pianist never fails to outclass other musicians during solo performances. 

Ο επιδέξιος πιανίστας δεν αποτυγχάνει ποτέ να ξεπεράσει άλλους μουσικούς κατά τις σόλο παραστάσεις.

Λεξικό Δέντρο

outclassed
outclass

out

+

class

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store