to outclass
Pronunciation
/ˈaʊtˌkɫæs/

Ορισμός και σημασία του "outclass"στα αγγλικά

to outclass
01

υπερτερώ, ξεπεράσω

to surpass or exceed others in a particular activity, skill, or performance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outclass
γ΄ ενικό πρόσωπο
outclasses
ενεστώτα μετοχή
outclassing
απλός αόριστος
outclassed
παθητική μετοχή
outclassed
Παραδείγματα
The artist 's latest masterpiece is expected to outclass previous works, showcasing a new level of creativity.
Το τελευταίο αριστούργημα του καλλιτέχνη αναμένεται να ξεπεράσει τα προηγούμενα έργα, παρουσιάζοντας ένα νέο επίπεδο δημιουργικότητας.

Λεξικό Δέντρο

outclassed
outclass

out

+

class

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store