outcast
out
ˈaʊt
awt
cast
kɑ:st
kaast
outlast

Ορισμός και σημασία του "outcast"στα αγγλικά

01

παρίστατος, αποκλεισμένος

a person who has been rejected or excluded from a social group or society, often due to their behavior, beliefs, or social status 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
outcasts
Παραδείγματα
After the scandal, she felt like an outcast among her former friends. 

Μετά το σκάνδαλο, αισθάνθηκε σαν παρίες ανάμεσα στους πρώην φίλους της.

01

αποκλεισμένος, παραμερισμένος

excluded from a society 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most outcast
συγκριτικός βαθμός
more outcast
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

outcast

out

+

cast

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store