outburst
Pronunciation
/ˈaʊtˌbɝst/

Ορισμός και σημασία του "outburst"στα αγγλικά

01

έκρηξη, ξέσπασμα θυμού

a sudden, violent expression of strong emotion, typically anger or excitement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
outbursts
Παραδείγματα
She could n’t control her emotions and had an outburst in the middle of the conversation.
Δεν μπορούσε να ελέγξει τα συναισθήματά της και είχε μια έκρηξη στη μέση της συζήτησης.
02

έκρηξη, ξέσπασμα

a sudden intense happening
03

έκρηξη, ξέσπασμα θυμού

a sudden violent disturbance

Λεξικό Δέντρο

outburst

out

+

burst

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store