Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Outburst
01
έκρηξη, ξέσπασμα θυμού
a sudden, violent expression of strong emotion, typically anger or excitement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
outbursts
Παραδείγματα
His outburst of anger shocked everyone in the meeting.
Η έκρηξη θυμού του σόκαρε όλους στη συνάντηση.
02
έκρηξη, ξέσπασμα
a sudden intense happening
03
έκρηξη, ξέσπασμα θυμού
a sudden violent disturbance
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
outburst
out
burst



























