Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Otalgia
01
ωταλγία
an ache localized in the middle or inner ear
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
otalgias
LanGeek



























