Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ostiary
01
θυρωρός, φύλακας εισόδου
someone who guards an entrance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ostiaries
02
ostiarius, θυρωρός
the lowest of the minor Holy Orders in the unreformed Western Church but now suppressed by the Roman Catholic Church



























