osteopath
os
ˈɒs
os
teo
tiəʊ
tiew
path
ˌpæθ
pāth

Ορισμός και σημασία του "osteopath"στα αγγλικά

01

οστεοπαθής, άδεια ιατρός που ειδικεύεται στην θεραπεία τραυμάτων των οστών και των μυών

a licensed physician who speializes in treating injuries to bones and muscles 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
osteopaths
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store