orthodontist
or
ˌɔ:
ο
tho
θə
θα
don
ˈdɒn
ντον
tist
tɪst
τιστ

Ορισμός και σημασία του "orthodontist"στα αγγλικά

01

ορθοδοντικός, ειδικός ορθοδοντικής

a dentist who specializes in the correction, etc. of the position of teeth 
orthodontist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
orthodontists
Παραδείγματα
She visited the orthodontist regularly to adjust her braces and track the progress of her teeth alignment. 

Επισκεπτόταν τακτικά τον ορθοδοντικό για να ρυθμίσει τα σιδεράκια της και να παρακολουθήσει την πρόοδο της ευθυγράμμισης των δοντιών της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

orthodontist
orthodont
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store