ornithology
or
ˌɔ:
ο
ni
νι
tho
ˈθɒ
θο
lo
λα
gy
ʤi
τζι
cosmetologyherpetologyscientologymethodology

Ορισμός και σημασία του "ornithology"στα αγγλικά

01

ορνιθολογία, μελέτη των πτηνών

a branch of zoology concerning the scientific study of birds 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ornithologies
Παραδείγματα
Ornithology, the study of birds, helps scientists understand avian behavior, migration patterns, and the ecological roles of birds in various habitats. 

Ορνιθολογία, η μελέτη των πτηνών, βοηθά τους επιστήμονες να κατανοήσουν τη συμπεριφορά των πτηνών, τα μοτίβα μετανάστευσης και τους οικολογικούς ρόλους των πτηνών σε διάφορα οικοσυστήματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ornithologist
ornithology
ornitho
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store