Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
oriented
01
προσανατολισμένος, προσαρμοσμένος
adjusted or located in relation to surroundings or circumstances; sometimes used in combination
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
disoriented
unoriented
oriented
orient



























