Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
organizationally
01
οργανωτικά, από οργανωτική άποψη
regarding the structure, management, or overall functioning of an organization or group
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Organizationally, the company restructured its departments to enhance collaboration.
Οργανωτικά, η εταιρεία αναδιάρθρωσε τα τμήματά της για να ενισχύσει τη συνεργασία.
Λεξικό Δέντρο
organizationally
organizational
...
organ



























