Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
organically
01
οργανικά
involving carbon compounds
γραμματικές πληροφορίες
02
οργανικά
as an important constituent
03
οργανικά (δείχνοντας θυμό)
feeling or showing anger
04
οργανικά, φυσικά
in a way related to the principles of organic growth, development, or organization
Παραδείγματα
The project timeline unfolded organically, adjusting to changing priorities and requirements.
Ο χρονοδιάγραμμα του έργου ξετυλίχθηκε οργανικά, προσαρμόζοντας στις μεταβαλλόμενες προτεραιότητες και απαιτήσεις.
Λεξικό Δέντρο
organically
organic
organ



























