Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ore
01
μετάλλευμα, ορυκτό
a rock that contains valuable mineral or metal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ores
Παραδείγματα
The mine produces iron ore for steel manufacturing.
Το ορυχείο παράγει μεταλλεύματα σιδήρου για την παραγωγή χάλυβα.
Ore
01
έρε (Σουηδική νομισματική μονάδα, που αντιπροσωπεύει το ένα εκατοστό του κρόνα)
a Swedish unit of currency, representing one-hundredth of a krone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ore
Ore
01
øre, Δανική και Νορβηγική νομισματική μονάδα
a Danish and Norwegian unit of currency, equal to one-hundredth of a krone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
øre



























