autistic
au
ɔ:
aw
tis
ˈtɪs
tis
tic
tɪk
tik
sadisticmonisticholisticpapistic

Ορισμός και σημασία του "autistic"στα αγγλικά

01

αυτιστικός, με διαταραχή αυτιστικού φάσματος

having autism spectrum disorder, a developmental condition that affects social interaction, communication, and behavior 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The autistic child thrives in a structured environment with clear routines. 

Το αυτιστικό παιδί ευδοκιμεί σε ένα δομημένο περιβάλλον με σαφείς ρουτίνες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store