Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
autistic
01
αυτιστικός, με διαταραχή αυτιστικού φάσματος
having autism spectrum disorder, a developmental condition that affects social interaction, communication, and behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The autistic child thrives in a structured environment with clear routines.
Το αυτιστικό παιδί ευδοκιμεί σε ένα δομημένο περιβάλλον με σαφείς ρουτίνες.



























