oral exam
Pronunciation
/ˈoːɹəl ɛɡzˈæm/

Ορισμός και σημασία του "oral exam"στα αγγλικά

01

προφορική εξέταση, προφορικό τεστ

a test or assessment conducted verbally, where a student answers questions or presents information orally
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oral exams
Παραδείγματα
The panel of judges listened attentively as the candidate presented their research findings during the oral exam.
Το πάνελ των κριτών άκουσε με προσοχή καθώς ο υποψήφιος παρουσίασε τα ευρήματα της έρευνάς του κατά τη διάρκεια της προφορικής εξέτασης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store