optimist
Pronunciation
/ˈɑptəmɪst/

Ορισμός και σημασία του "optimist"στα αγγλικά

01

αισιόδοξος, αισιόδοξο άτομο

a person who expects good things to happen and is confident about the future
optimist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
optimists
Παραδείγματα
Many people appreciate the optimist ’s ability to uplift the mood.
Πολλοί άνθρωποι εκτιμούν την ικανότητα του αισιόδοξου να ανυψώνει τη διάθεση.

Λεξικό Δέντρο

optimistic
optimist
optim
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store