Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
opportunistic
01
ευκαιριακός
taking advantage of opportunities, often with little regard for ethical considerations or the needs of others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most opportunistic
συγκριτικός βαθμός
more opportunistic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, ethics, strategy
Παραδείγματα
The politician's opportunistic behavior was evident when he changed his stance on the issue depending on public opinion.
Η ευκαιριακή συμπεριφορά του πολιτικού ήταν εμφανής όταν άλλαξε τη στάση του για το θέμα ανάλογα με τη δημόσια γνώμη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
opportunistic
opportunist
opportun



























