Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to opine
01
υποθέτω, θεωρώ
to suppose or consider a viewpoint as correct
Transitive: to opine that
Παραδείγματα
The historian opined that certain historical events were pivotal in shaping modern society.
Ο ιστορικός έδειξε γνώμη ότι ορισμένα ιστορικά γεγονότα ήταν καθοριστικά για το σχηματισμό της σύγχρονης κοινωνίας.
02
εκφράζω τη γνώμη μου, γνωμοδοτώ
to express one's opinion
Intransitive: to opine on sth | to opine about sth
Παραδείγματα
As a seasoned critic, he often used his reviews to opine on the artistic merits of different films and books.
Ως έμπειρος κριτικός, χρησιμοποιούσε συχνά τις κριτικές του για να εκφράσει τη γνώμη του σχετικά με τις καλλιτεχνικές αξίες διαφόρων ταινιών και βιβλίων.
Λεξικό Δέντρο
opinion
opine



























