Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to opine
01
υποθέτω, θεωρώ
to suppose or consider a viewpoint as correct
Transitive: to opine that
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
opine
γ΄ ενικό πρόσωπο
opines
ενεστώτα μετοχή
opining
απλός αόριστος
opined
παθητική μετοχή
opined
Παραδείγματα
Experts in the field of economics often opine that inflation can have far-reaching consequences.
Οι ειδικοί στον τομέα της οικονομίας συχνά θεωρούν ότι ο πληθωρισμός μπορεί να έχει ευρέες συνέπειες.
02
εκφράζω τη γνώμη μου, γνωμοδοτώ
to express one's opinion
Intransitive: to opine on sth | to opine about sth
Παραδείγματα
During the debate, each participant was given a chance to opine on the proposed policy changes.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, κάθε συμμετέχων είχε την ευκαιρία να εκφράσει τη γνώμη του για τις προτεινόμενες αλλαγές πολιτικής.
Λεξικό Δέντρο
opinion
opine



























