Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Opiate
01
οπιοειδές
an alkaloid drug related to or derived from opium
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
opiates
LanGeek



























