opiate
o
ˈəʊ
ew
piate
piət
piēt

Ορισμός και σημασία του "opiate"στα αγγλικά

01

οπιοειδές

an alkaloid drug related to or derived from opium 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
opiates
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store