Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ophthalmologist
/ˌɑfθəˈmɑɫədʒɪst/, /ˌɑpθəˈmɑɫədʒɪst/
Ophthalmologist
01
οφθαλμίατρος, οφθαλμολόγος
a physician who specializes in the and treatment and study of diseases of the eye
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ophthalmologists
Λεξικό Δέντρο
ophthalmologist
ophthalmology
ophthalmo



























