open-plan
o
ˈəʊ
ew
pen
pən
pēn
plan
plæn
plān

Ορισμός και σημασία του "open-plan"στα αγγλικά

01

ανοιχτού σχεδίου, χωρίς εσωτερικούς τοίχους

(of buildings or rooms) having few or no internal walls, creating a large, open space 
open-plan definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most open-plan
συγκριτικός βαθμός
more open-plan
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Our office moved to a new open-plan space to encourage collaboration among employees. 

Το γραφείο μας μετακόμισε σε έναν νέο ανοιχτού τύπου χώρο για να ενθαρρύνει τη συνεργασία μεταξύ των εργαζομένων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store