Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Open-class word
01
λέξη ανοιχτής κατηγορίας, όρος ανοιχτής κατηγορίας
a category of words that can expand and accept new members, including nouns, verbs, adjectives, and adverbs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
open-class words
LanGeek



























