onshore
on
ˈɒn
on
shore
ʃɔ:
shaw
inshoreensureansharunsure

Ορισμός και σημασία του "onshore"στα αγγλικά

01

προερχόμενο από τη θάλασσα προς τη στεριά, που έρχεται από τη θάλασσα προς τη στεριά

(of winds) coming from the sea toward the land 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

στην ακτή, παράκτιος

on the edge of the land 
01

προς την ακτή, προς την παραλία

toward the shore from the sea 

ashore

γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The boat was carried onshore by the waves. 

Η βάρκα μεταφέρθηκε στην ακτή από τα κύματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store