onshore
Pronunciation
/ˈɑnˌʃɔɹ/

Ορισμός και σημασία του "onshore"στα αγγλικά

01

προερχόμενο από τη θάλασσα προς τη στεριά, που έρχεται από τη θάλασσα προς τη στεριά

(of winds) coming from the sea toward the land
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

στην ακτή, παράκτιος

on the edge of the land
01

προς την ακτή, προς την παραλία

toward the shore from the sea

ashore

γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The ship sailed onshore, making landfall at dawn.
Το πλοίο πλεύρισε προς την ακτή, φτάνοντας στην ξηρά την αυγή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store