Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Onrush
01
επίθεση, προσβολή
(military) an offensive against an enemy (using weapons)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
onrushes
02
έφοδος, ροή
a strong forward movement or flow, often rapid or overwhelming in nature
Παραδείγματα
The way we live and work has been transformed by the onrush of technological advancements in recent years.
Ο τρόπος που ζούμε και εργαζόμαστε έχει μεταμορφωθεί από την επιδρομή των τεχνολογικών εξελίξεων τα τελευταία χρόνια.



























