Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oneness
01
ενότητα, μοναδικότητα
the state of feeling a unity with someone or something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
oneness
one



























