Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
One-tenth
01
ένα δέκατο, ένα δέκατο
a tenth part; one part in ten equal parts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
one-tenths
LanGeek



























