Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
one-piece
01
μονόκομμα, μονομπλοκ
made in a single piece without separate parts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most one-piece
συγκριτικός βαθμός
more one-piece
μη διαβαθμίσιμο



























