Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
One-armed bandit
01
μονόχειρος ληστής, παιχνιδομηχανή
a gambling machine with a lever on the side that players pull after inserting coins in order to spin the reels
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
one-armed bandits
Παραδείγματα
The casino was filled with flashing lights and the sound of one-armed bandits.
Το καζίνο ήταν γεμάτο από αναβοσβήνοντα φώτα και τον ήχο των μονόχειρων ληστών.



























