on trial
on
ɒn
on
trial
traɪəl
traiel

Ορισμός και σημασία του "on trial"στα αγγλικά

01

σε δίκη, υπό κρίση

being judged in a court of law for a criminal or civil offense 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The accused is on trial for armed robbery. 

Ο κατηγορούμενος βρίσκεται υπό δίκη για ένοπλη ληστεία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store