Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Omnivore
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
omnivores
Παραδείγματα
Many birds are omnivores, feeding on seeds and insects.
Πολλά πουλιά είναι παμφάγα, τρέφονται με σπόρους και έντομα.
1.1
παμφάγος, πολυφάγος
a person who eats a wide variety of foods, including both animal and plant products
Παραδείγματα
The restaurant caters to omnivores with diverse menu options.
Το εστιατόριο εξυπηρετεί παμφάγους με ποικίλες επιλογές μενού.
Λεξικό Δέντρο
omnivorous
omnivore



























