Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Olm
01
olm, πρωταίος
a fully aquatic amphibian with pale skin, small eyes, and external gills
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
olms
LanGeek



























