oil tanker
Pronunciation
/ˈɔɪl tˈæŋkɚ/

Ορισμός και σημασία του "oil tanker"στα αγγλικά

01

δεξαμενόπλοιο, πετρελαιοφόρο

a cargo ship designed to carry crude oil in bulk
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oil tankers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store