oil rig
Pronunciation
/ɔɪl rɪɡ/

Ορισμός και σημασία του "oil rig"στα αγγλικά

01

πλατφόρμα πετρελαίου, πλατφόρμα γεώτρησης

a large facility used for drilling oil or gas from underground or under the sea
oil rig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oil rigs
Παραδείγματα
The oil rig was damaged during the storm, causing an oil spill into the ocean.
Ο νεροπαγίδα υπέστη ζημιά κατά τη διάρκεια της καταιγίδας, προκαλώντας διαρροή πετρελαίου στον ωκεανό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store