oil filter
oil
ˈɔɪl
oyl
fil
fɪl
fil
ter

Ορισμός και σημασία του "oil filter"στα αγγλικά

01

φίλτρο λαδιού, φίλτρο λιπαντικού

a filter that removes contaminants from engine oil 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oil filters
Παραδείγματα
The oil filter needed to be changed at the next service. 

Το φίλτρο λαδιού έπρεπε να αλλάξει στην επόμενη service.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store