Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Officeholder
Παραδείγματα
The officeholder was praised for their leadership during times of crisis.
Ο κάτοχος αξιώματος επαινέθηκε για την ηγεσία του σε καιρούς κρίσης.
02
κατόχος αξιώματος, υπάλληλος
someone who is appointed or elected to an office and who holds a position of trust



























