Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Office building
01
κτίριο γραφείων, γραφειοκρατικός πύργος
a large building with many offices, especially belonging to various companies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
office buildings
Παραδείγματα
The new office building downtown has state-of-the-art facilities.
Το νέο κτίριο γραφείων στο κέντρο της πόλης διαθέτει σύγχρονες εγκαταστάσεις.



























