offended
o
ə
ē
ffen
ˈfɛn
fen
ded
dɪd
did
offhanded

Ορισμός και σημασία του "offended"στα αγγλικά

01

πληγωμένος, θυμωμένος

feeling angry, upset, hurt, or annoyed due to rude or embarrassing remarks or behaviors 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most offended
συγκριτικός βαθμός
more offended
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt offended by his thoughtless comment about her appearance during the meeting. 

Αισθάνθηκε προσβεβλημένη από την απερίσκεπτη παρατήρησή του για την εμφάνισή της κατά τη διάρκεια της συνάντησης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store