off-white
Pronunciation
/ˈɔfwˈaɪt/

Ορισμός και σημασία του "off-white"στα αγγλικά

01

οφ-λευκό, ελεφαντόδοντο

a shade of white the color of bleached bones
off-white definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
off-whites
01

οξυγάλακτο, ελεφαντόδοντο

having a white color with gray or yellow undertones
off-white definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most off-white
συγκριτικός βαθμός
more off-white
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store